Οι αισθήσεις της γάτας

Όραση

«Γοητευτικά, μυστηριώδη γατίσια μάτια»

  • Η αναλογία του μεγέθους του ματιού της γάτας ως προς το συνολικό μέγεθος του κρανίου της είναι η μεγαλύτερη από κάθε άλλο θηλαστικό στη γη. Στο κυνήγι με χαμηλό φωτισμό, τα μάτια της είναι αυτά που μπορούν και βλέπουν μπροστά όπως του ανθρώπου.
  • Ο κερατοειδής χιτώνας (το διαυγές μέρος) του ματιού φουσκώνει προς τα έξω και επιτρέπει να μπαίνει 5 φορές περισσότερο φως από ότι μπαίνει στα μάτια του ανθρώπου.
  • Ο αμφιβληστροειδής έχει περίπου 25 ραβδία (μαυρόασπρη όραση στο σκοτάδι) για κάθε ένα κώνο (έγχρωμη όραση τη μέρα). Και τα 25 παραπάνω ραβδία ενώνονται με την ίδια νευρική ίνα ώστε και μόνο ένα ραβδίο να διεγερθεί από το φως, το ερέθισμα να μεταφερθεί στον εγκέφαλο. Αυτό τη βοηθά στο να μπορεί να βλέπει σε χαμηλό φωτισμό και να αντιλαμβάνεται και την παραμικρή κίνηση. Κάτι που δεν κινείται δεν μπορεί να το δει. Γιαυτό οι κόρες των ματιών της διαστέλλονται το βράδυ ώστε να επιτρέψουν την είσοδο σε περισσότερο φως, ενώ την ημέρα γίνονται σαν σχισμές.
  • Το tapetum lucidum είναι ένας καθρέφτης πίσω από τον αμφιβληστροειδή που αντανακλά το φώς ξανά στον αμφιβληστροειδή ώστε να δοθεί δεύτερη ευκαιρία στην διέγερση των ραβδίων, και να δει η γάτα στο σκοτάδι. Το κιτρινοπράσινο χρώμα που εκπέμπουν τα μάτια της μέσα στη νύχτα είναι ακριβώς αυτός ο καθρέφτης. Έτσι καταρρίπτεται και ο μύθος ότι η γάτα βλέπει στο σκοτάδι καλύτερα από τον άνθρωπο. Η οπτική οξύτητα της γάτας είναι 10 φορές λιγότερη από του ανθρώπου.
  • Η γάτα δεν έχει τόσο την ανάγκη διαχωρισμού των χρωμάτων γιατί κυνηγάει σχεδόν βράδυ χρειάζεται δηλαδή μαυρόασπρη όραση. Φαίνεται όμως ότι βλέπει το κίτρινο και μπλε μήκος φωτός και με εκπαίδευση ξεχωρίζει το κόκκινο χρώμα αν και δυσκολεύεται να το μάθει.
  • Ο φακός του ματιού της έχει μικρή προσαρμοστικότητα. Αυτό σημαίνει ότι βλέπει πάρα πολύ καλά μόνο μεταξύ 2 και 6 μέτρων ( αυτό εξηγεί γιατί μερικές οικόσιτες γάτες είναι δύσκολο να πάρουν λιχουδιές από το χέρι του ιδιοκτήτη τους).  Για να αυξηθεί η οπτική της οξύτητα, ο φακός του ματιού  της είναι πολυεστιακός και εστιάζει φως ειδικού μόνο μήκους κύματος.

Η μακρόστενη κόρη του ματιού προλαβαίνει την απώλεια οπτικών πεδίων που μπορούν να εστιαστούν σε καθορισμένα μήκη κύματος και έτσι  μεγιστοποιεί την όραση της γάτας ώστε να μπορεί να πιάσει το θήραμα, να σκαρφαλώσει και να πηδήξει.

Ακοή

«Αυτάκια… που ακούν τα πάντα»

Τα μεγάλα ευκίνητα πτερύγια των αυτιών της γάτας περιστρέφονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο (ήχος τρισδιάστατος), συλλέγουν τον ήχο και τον κατευθύνουν μέσα στον ακουστικό πόρο. Τα πτερύγια αποτελούνται από 27 μύες το καθένα και αυτό τη βοηθά να τα περιστρέφει σε ακτίνα 180 μοιρών λαμβάνοντας ήχους από το γύρω περιβάλλον αλλά και από μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δύο πηγές ήχου που απέχουν μεταξύ τους κατά γωνία 5 μόλις μοιρών, γίνονται αντιληπτές 3 στις 4 φορές από τη γάτα.

Η γάτα μόλις εντοπίσει τον ήχο ενός θηράματος  χρησιμοποιεί την διαφορά του χρόνου που κάνει ο ήχος να φτάσει στο κάθε αυτί της, την διαφορά επιπέδου μεταξύ των πτερυγίων του αυτιού της και τέλος το καθοδηγούμενο αποτέλεσμα από την ενίσχυση του ήχου στα πτερύγια του αυτιού ώστε να εντοπιστεί η πηγή του ήχου και να προσανατολιστεί το κεφάλι της προς τα εκεί. Αυτό δεν το κάνει μόνο ακίνητη αλλά ακόμη και αν κινείται και το θήραμα και εκείνη.

Η γάτα ακούει καλά και μάλιστα ακούει υπέρηχους σε πολύ υψηλές συχνότητες. Στη σκάλα με τους υψηλούς ήχους το τέρμα της γάτας είναι πολύ πιο πέρα από του ανθρώπου αλλά και του σκύλου γύρω στα 64 KHz. Το τέλος της σκάλας των χαμηλών ήχων είναι κοινό και στη γάτα και στον άνθρωπο.

Όσφρηση

«…ροζ μυτούλα…»

Είναι η πρώτη αίσθηση της γάτας που εμπιστεύεται για να ταχτοποιήσει ότι έμψυχο και άψυχο υπάρχει στο περιβάλλον της.

Το μέγεθος της επιφάνειας του ρινικού βλεννογόνου της γάτας είναι 20-40 τετραγωνικά εκατοστά. Τα 200 εκατομμύρια οσφρητικά κύτταρα της μύτης της είναι 40 φορές περισσότερα από του ανθρώπου. Άρα επισκιάζει τον ρινικό βλεννογόνο του ανθρώπου αλλά αν η επιφάνεια συγκριθεί με του σκύλου θεωρείται μικρή.

Το υποηθμοειδές επίπεδο που υπάρχει στον οσφρητικό βλεννογόνο βοηθάει στο να συγκρατεί τον αέρα που μπαίνει στη μύτη, ώστε τα σωματίδια των οσμών να παραμένουν για περισσότερο χρόνο αυξάνοντας τις πιθανότητες διέγερσης της όσφρησης.

Το αντανακλαστικό σηκώματος των χειλιών της γάτας οφείλεται στο όργανο του Jacobson που βρίσκεται στο έδαφος της ρινικής κοιλότητας και επικοινωνεί με το στόμα. Οι υποδοχείς αυτού του οργάνου είναι διαφορετικοί από τους οσφρητικούς. Μόλις η γάτα μυρίσει ή γλείψει κάτι που έχει μυρωδιά, ζαρώνει το πάνω χείλος της και ανοίγει λίγο το στόμα της. Μ΄αυτό το τρόπο τρομπάρεται σάλιο με μυρωδιά στους σωλήνες του οργάνου Jacobson. Ο αρσενικός ελεύθερος γάτος (αλλά και στειρωμένα θηλυκά και αρσενικά κατοικίδια) εκδηλώνει αυτό το αντανακλαστικό όταν ¨εξετάζει¨ ούρο άλλης γάτας. Σύμφωνα με τους ερευνητές αυτό βοηθάει στον εντοπισμό φερομονών.

Η όσφρηση της γάτας είναι αναπτυγμένη από τη πρώτη μέρα της γέννησης. Μ΄αυτήν βρίσκει τη θηλή της μητέρας για να θηλάσει. Αν εξ αιτίας νόσου του ανώτερου αναπνευστικού δεν μπορεί να μυρίσει, τότε δεν μπορεί και να θηλάσει.

Με την όσφρηση εντοπίζει το θήραμά της, εκτιμά τα μηνύματα που αφήνουν άλλες γάτες στο περιβάλλον της για να επικοινωνήσουν, επιλέγει τον/την σύντροφο για ζευγάρωμα. Επομένως η όσφρηση παίζει πολύ σημαντικό ρόλο και στην κοινωνική οργάνωση και στην αναπαραγωγή.

Γεύση

«Γλώσσα … που σπάει κόκκαλα»

Η γάτα διαθέτει ένα αριστουργηματικό εργαλείο που είναι η γλώσσα της η οποία έχει δύο είδη γευστικών καλύκων. Οι πρώτοι έχουν σχήμα μανιταριού και βρίσκονται στο εμπρός μέρος και στα δύο πλάγια της γλώσσας και οι άλλοι έχουν σχήμα φλιτζανιού και βρίσκονται στο πίσω μέρος της γλώσσας. Στο σύνολο υπάρχουν 473 γευστικοί κάλυκες ενώ ο άνθρωπος έχει 9.000. Την αδυναμία της αυτή την υπερφαλαγγίζει με την όσφρησή της. Η γλώσσα της σκεπάζεται από μικρές, σκληρές ¨τρίχες¨ με φορά προς τα πίσω. Αυτές βοηθούν στη συγκράτηση του νερού όταν πίνει αλλά και στο καθαρισμό ενός κόκκαλου από τα κομματάκια κρέατος όταν τρώει. Φυσικά με τη σπουδαία αυτή γλώσσα πλένει και καθαρίζει το τρίχωμά της, το ξεμπερδεύει, το στεγνώνει, το δροσίζει με το σάλιο της.
Μπορεί να γευτεί αλμυρό, πικρό και όξινο, δεν μπορεί όμως να καταλάβει το γλυκό κι αυτό έχει αποδειχθεί γονιδιακά. Η καλύτερη θερμοκρασία του φαγητού για τη γάτα είναι 30ο C όπως δηλαδή η θερμοκρασία της γλώσσας της.

Σ΄αυτό το σημείο αξίζει να σας περιγράψουμε τον τρόπο με τον οποίο η γάτα χρησιμοποιεί τη γλώσσα της για να πιεί νερό. Λυγίζει το άκρο της γλώσσας προς τα πάνω ή προς τα κάτω, δημιουργώντας έτσι ένα μικρό ολοκληρωμένο κύπελλο.  Βυθίζει «το κύπελλο» μέσα στο νερό, το ανασύρει γεμάτο και αποθηκεύει το νερό που μάζεψε στο πίσω μέρος του στόματός της. Μετά από 4 – 5  «αποθηκεύσεις νερού», καταπίνει. Είναι μεγαλείο!!!!

Αφή

«Χαδιάρα… αλλά με μέτρο»

Λατρεύει την επαφή. Μαθαίνει να χαϊδεύεται από τη μάννα της η οποία δείχνει τη στοργή της στο μικρό γατάκι καθαρίζοντας ολόκληρο το σώμα του με τη γλώσσα της. Η αφή χρησιμοποιείται για φυσική επαφή. Μ΄αυτήν η γάτα χτίζει  τους κοινωνικούς δεσμούς της με τις άλλες γάτες.

Οι προτιμήσεις στο χάδι διαφέρουν από γάτα σε γάτα. Άλλες θέλουν τρυφερό και ευγενικό χάδι, άλλες χάδι με δυνατή πίεση. Η επαφή και το χάδι στέλνουν τα μηνύματά τους στον εγκέφαλό της μέσα από τις νευρικές απολήξεις που υπάρχουν γύρω από την κάθε τρίχα. Έτσι το κεντρικό νευρικό της σύστημα ανταποκρίνεται, επιβραδύνοντας τους χτύπους της καρδιάς, χαλαρώνοντας τον μυϊκό τόνο και επιταχύνοντας τη πέψη της.
Η γάτα έχει χαλαρό δέρμα. Αυτό της επιτρέπει να στρίψει και να αντιμετωπίσει ένα ζώο που τη κυνηγά ή μια άλλη γάτα, ακόμα κι αν το άλλο ζώο την έχει ¨γραπώσει¨.

Δεν αντιδρά στην υψηλή θερμοκρασία ενός σώματος που την αγγίζει μέχρι η θερμοκρασία αυτή να φτάσει τους 52ο -53ο C. Το πιο ευαίσθητο σημείο στην αίσθηση της θερμότητας είναι το δέρμα γύρω από τη μύτη της. Μπορεί να αντιληφθεί διαφορά 0,2ο C όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει και διαφορά 0,5ο C  όταν η θερμοκρασία κατεβαίνει. Η ικανότητα αυτή την βοηθάει πολύ στον εντοπισμό του θηράματος.

Επειδή μιλάμε για την αφή, πληροφοριακά μπορούμε να αναφέρουμε ότι το 40% των γατιών είναι αριστερόχειρες, το 20% είναι δεξιόχειρες και το υπόλοιπο 40% χρησιμοποιεί και τα δύο χέρια.

Μουστάκια

Σ΄αυτό το σημείο αξίζει το κόπο να μιλήσουμε ιδιαιτέρως για ένα καταπληκτικό ραντάρ που διαθέτει η γάτα και είναι τα μουστάκια της, αλλά και για το υπέροχο μεταξένιο τρίχωμά της, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την αίσθηση της αφής.
Με τα μουστάκια της η γάτα ανιχνεύει και την παραμικρή αλλαγή που συμβαίνει στο περιβάλλον της. Μικρές κινήσεις, αλλαγές στη θερμοκρασία, στην πίεση του αέρα, στην κατεύθυνση του ανέμου. Τα χρησιμοποιεί στις νυχτερινές περιηγήσεις της όταν κυνηγάει και συλλαμβάνει το θήραμά της και τότε μπορεί και τους αλλάζει θέση, φέρνοντάς τα εμπρός  λαμβάνοντας περισσότερες πληροφορίες για το θήραμα που κρατά στο στόμα της. Επειδή η γάτα δεν μπορεί να δει καλά διάφορα πράγματα που βρίσκονται κοντά στο πρόσωπό της όπως την θέση του θηράματος, τη τροφή, το νερό κλπ. το ρόλο αυτό τον έχουν αναλάβει τα μουστάκια της.

Τα μουστάκια δεν είναι ειδικές τρίχες, όπως πολλοί νομίζουν. Είναι εξαρτήματα του δέρματος, με διπλάσιο πάχος από τις πιο χοντρές τρίχες που διαθέτει η γάτα, τρείς φορές πιο βαθειά βυθισμένα στο δέρμα απ΄ότι οι κανονικές. Όταν η γάτα είναι χαλαρή τα μουστάκια της είναι ξαπλωμένα πάνω στις άλλες τρίχες της, όταν όμως περπατάει ή κάτι της κεντρίζει το ενδιαφέρον τα απλώνει μπροστά.

Στο πρόσωπο και στα μπροστινά πόδια τα μουστάκια αποτελούνται από χοντρές τρίχες με φορά αντίθετη από τις κοινές. Στη ρίζα της τρίχας του μουστακιού βρίσκονται γραμμωτές μυϊκές ίνες που  επιτρέπουν στη γάτα να κουνάει με τη θέλησή της τα μουστάκια σε όποια κατεύθυνση θέλει. Επίσης υπάρχει ο πόρος ενός σμηγματογόνου αδένα και πολλοί νευρικοί υποδοχείς με ευαισθησία σε διαφορά πίεσης 2 χιλιοστών του γραμμαρίου.

Τα μουστάκια δίπλα από τη μύτη της είναι 12 σε κάθε πλευρά, τακτοποιημένα σε 4 οριζόντιες σειρές. Οι 2 επάνω σειρές κινούνται ανεξάρτητα από τις 2 κάτω.

Πέρα από τα κλασσικά μουστάκια δίπλα από τη μύτη, υπάρχουν και μουστάκια που ξεπροβάλλουν από δύο κομπάκια δέρματος ένα πάνω από κάθε μάτι. Επίσης ξεπροβάλλουν μουστάκια και από τέσσερα κομπάκια δέρματος που βρίσκονται δύο σε κάθε πλευρά του προσώπου μεταξύ αυτιών και γωνίας της κάτω γνάθου. Όλα αυτά μαζί βοηθούν στο να αποκτήσει η γάτα καλύτερη αντίληψη του χώρου στον οποίο βρίσκεται.

Για τα μουστάκια που βρίσκονται στο πίσω μέρος του καρπού (των χεριών της γάτας), υπάρχει η σκέψη ότι βοηθούν στη χρήση των μπροστινών άκρων στο κυνήγι και στο σκαρφάλωμα.

Τρίχωμα

Το υπέροχο τρίχωμα της γάτας αποτελείται από τρείς διαφορετικούς τύπους τριχών.

Στο υπόστρωμα φύονται οι δευτερεύουσες τρίχες που είναι λεπτές, μαλακές, κοντές και πολλές. Αυτές είναι που βοηθούν στη μόνωση του σώματός της και διατηρούν τη σωστή θερμοκρασία γιατί εγκλωβίζουν στρώμα αέρα μεταξύ τους.

Μεταξύ του υποστρώματος και των τριχών του εξωτερικού καλύμματος του σώματος, βρίσκονται οι πλευρικές πρωτεύουσες τρίχες του υποστρώματος που δεν λυγίζουν με ευκολία παρέχοντας έτσι καλύτερη μόνωση.

Τέλος στην εξωτερική επιφάνεια του σώματος υπάρχουν οι κεντρικές πρωτεύουσες τρίχες που συνδέονται με σμηγματογόνους αδένες και ορθωτήρες μύες του τριχώματος. Είναι οι μακρύτερες, οι παχύτερες και οι πιο ίσιες τρίχες της γάτας. Παρέχουν κυρίως προστασία από τη βροχή και την υγρασία και είναι υπεύθυνες για το χρώμα της γάτας.

Σε κάθε 1000 τρίχες του κάτω στρώματος, αντιστοιχούν 300 τρίχες του μεσαίου και 20 τρίχες του πάνω στρώματος.

Επειδή ένα τόσο ιδιαίτερο πλάσμα αξίζει ξεχωριστή φροντίδα